Το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή (Μέρος Β’) Συνέντευξη με τον κ. Ανδρέα Τζερεμέ | bnewsnow.gr

Επιμέλεια: Μαίρη Κάντα

Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ιστορία, την δική του διαδρομή. Τι συμβαίνει όταν χάνει το «τιμόνι» της διαδρομής του και ξεκινά την αναζήτηση, απευθυνόμενος σε έναν ειδικό ψυχικής υγείας; Και πώς ο ειδικός θα μπορέσει να τον βοηθήσει; Να γίνει το «κερί» που θα φωτίσει τον κόσμο γύρω του και να βρει το χαμένο δρόμο; Ο κ.  Ανδρέας Τζερεμές, ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής, στη συνέντευξη που δίνει στο BNewsNow, μάς μιλάει για το επάγγελμα του, προκειμένου να το γνωρίσουμε καλύτερα. Αναφέρεται στο συχνό μπέρδεμα που προκαλείται ανάμεσα στο επάγγελμα του «ψυχολόγου» και στο επάγγελμα του «ψυχοθεραπευτή» καθώς και στις σπουδές που απαιτούνται προκειμένου κάποιος να καταρτιστεί επαγγελματικά ως «θεραπευτής».

Η συγκεκριμένη συνέντευξη θα χωριστεί σε δύο μέρη. Στις επόμενες σειρές, μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος αυτής της συνέντευξης.  

Το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή ήταν ένα παιδικό όνειρο για εσάς ή αποτέλεσμα μίας προσωπικής αναζήτησης;

Αρχικά θέλω να σας ευχαριστήσω θερμά για τη φιλοξενία και το ενδιαφέρον σας γύρω από τη δουλειά μας. Παρατηρώ συχνά πως η ενημέρωση του κόσμου σήμερα σχετικά με αυτό που κάνουμε είναι ελλιπής μα συνάμα εξαιρετικά σημαντική σε μια εποχή όπου η ψυχική υγεία πρωταγωνιστεί ως κοινωνικό, σχεσιακό και ατομικό ζήτημα. Θα μπορούσα να σας δώσω πολλές ευφάνταστες ή «πιασάρικες» απαντήσεις στο γιατί διάλεξα το επάγγελμα αυτό. Θα μπορούσα να πω πόσο ένιωθα από πάντα ότι γεννήθηκα για να γίνω θεραπευτής, ή το πως με μαγνήτισε και παρακίνησε κάποιο έντονο συνταρακτικό βίωμα που μου άλλαξε τη ζωή. Η αλήθεια κα Κάντα όμως είναι κάπως διαφορετική. Από τότε που ξεκίνησαν οι πρώτες μου εσωτερικές αναζητήσεις ως έφηβος θυμάμαι να αναζητώ και την πυξίδα μου, πολλές φορές χωρίς να ξέρω ούτε προς τα που θέλω να πάω. Για το μόνο πράγμα που ήμουν σίγουρος ήταν πως από κάπου ήθελα να φύγω. Μετά από αρκετά χρόνια, κατάλαβα πως το ίδιο το ταξίδι αυτής της αναζήτησης ήταν τελικά και προορισμός. Ο ίδιος ο πηγαιμός για τη δικιά μου Ιθάκη, αν θέλετε. Κάτι που μου αρέσει να λέω συχνά στους θεραπευόμενους μου είναι πως μερικές φορές δεν χρειάζεται να ψάχνουμε για απαντήσεις, αλλά για ερωτήσεις.

Πόσο σημαντικό είναι για ένα ψυχοθεραπευτή να έχει χαθεί πρώτα ο ίδιος, προτού βοηθήσει άλλους στη δική τους αναζήτηση;

Έτσι και για μένα λοιπόν, ίσως αν ήξερα από πολύ μικρός τι θέλω να κάνω, αν αυτή η εσωτερική πυξίδα δεν χρειαζόταν ποτέ να ξαναφτιαχτεί, αν είχα όλες τις απαντήσεις εξαρχής, τότε ίσως να μην είχα μάθει ποτέ να κάνω και ερωτήσεις. Ίσως το μεγαλύτερό μου κίνητρο λοιπόν να ήταν το ότι κι εγώ κάποτε χρειάστηκε να χαθώ για να μάθω να με βρίσκω. Έτσι ώστε σήμερα να έχω την τιμή και την δυνατότητα να μπορώ να βοηθώ άλλους στην δική τους αναζήτηση. Δεν ξέρω πολλά, ξέρω όμως τούτο, κάτι έχουν πει πολύ μεγαλύτεροι ψυχοθεραπευτές και αναλυτές πολύ πριν από εμένα όπως ο Irvin Yalom ή ο Carl Jung: «Μονάχα ο τραυματισμένος θεραπευτής μπορεί στ’ αλήθεια να θεραπεύσει»

Μιλήστε μας λίγο για το επάγγελμα σας. Τι σημαίνει κάποιος να είναι ψυχοθεραπευτής και πώς διαφέρει από το να γίνει ψυχολόγος;

Το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί με δύο τρόπους: ο ένας αφορά το τι χρειάζεται για να μπορεί νομικά κάποιος να λέγεται ψυχοθεραπευτής και ο δεύτερος το τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να είναι καταρτισμένος ως θεραπευτής. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή είναι διαφορετικό από αυτό του ψυχολόγου, αν και στην Ελλάδα τείνει να τα συγχέουμε. Για να μπορεί νομικά κάποιος να λέγεται «ψυχολόγος», άρα να μπορεί να δηλώσει κωδικό αριθμό δραστηριότητας (καδ) ψυχολόγου στην επιχείρησή του, είναι απαραίτητο να είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Η έκδοση της άδειας που γίνεται από την Περιφέρεια απαιτεί πτυχίο Ψυχολογίας ισοδύναμο με Δημόσιο Πανεπιστήμιο.

Και νομικά τι ισχύει;

Για να μπορεί νομικά κανείς να λέγεται ψυχοθεραπευτής ή σύμβουλος ψυχικής υγείας όμως δεν υπάρχουν αντίστοιχοι περιορισμοί. Οι ΚΑΔ αυτοί δεν προστατεύονται από κάποιο ιδιαίτερο νομοθετικό πλαίσιο, πράγμα που σημαίνει ότι ο καθένας μπορεί να ανοίξει μία επιχείρηση και να δραστηριοποιείται ως ψυχοθεραπευτής. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο αν συμπεριλάβουμε σε αυτό και επαγγέλματα όπως οι life coaches. Είναι σαφές ότι υπάρχει ένα νομοθετικό κενό το οποίο σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες δεν υφίσταται. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να μπορεί κανείς να είναι πιστοποιημένος ψυχοθεραπευτής χρειάζεται να είναι εγγεγραμμένος στην BACP, πράγμα που σημαίνει ότι χρειάζεται να έχει συμπληρώσει αρκετές ώρες κλινικής πρακτικής, εποπτείας προσωπικής θεραπείας και θεωρίας.

Τι εκπαίδευση χρειάζεται για να γίνει κάποιος καταρτισμένος ψυχοθεραπευτής;

Παρά το νομοθετικό περιθώριο, αν θέλει κανείς πράγματι να προσφέρει ποιοτικό έργο ως θεραπευτής και κλινικός δεν αρκεί αμιγώς μια προπτυχιακή εκπαίδευση, πόσο μάλλον να μην κατέχει κανείς ούτε αυτήν. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση είναι άκρως απαραίτητη καθώς ο εκάστοτε ειδικευόμενος θεραπευτής, πέρα από τη θεωρία και πρακτική, είναι σημαντικό να βρίσκεται σε μακροχρόνια εποπτεία και προσωπική θεραπεία. Συνήθως η εισαγωγή σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα εξειδίκευσης σε μια θεραπευτική προσέγγιση στην Ελλάδα απαιτεί προπτυχιακή εκπαίδευση στην Ψυχολογία, την Ψυχιατρική ή την Κοινωνική Εργασία.

Πόσος χρόνος χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η εκπαίδευση;

Αν προσθέσουμε τα χρόνια φοίτησης προπτυχιακού και μεταπτυχιακού επιπέδου, καταλαβαίνετε πως μιλάμε για περισσότερα από 8 χρόνια εκπαίδευσης για να ολοκληρώσει κάποιος πτυχίο και πρώτη προσέγγιση, και πολλά περισσότερα αν θέλει να συνεχίσει να μαθαίνει και να βελτιώνεται κλινικά.

Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν οι νέοι ειδικευόμενοι;

Το κόστος ωστόσο δεν είναι μόνο χρονικό αλλά και οικονομικό, καθώς εκπαιδεύσεις, θεραπείες και εποπτείες αγγίζουν ποσά που ζαλίζουν σε βάθος χρόνου. Πρωτοβουλίες όπως η αμοιβή των ειδικευόμενων και η παραπομπή περιστατικών από εκπαιδευτικούς θεσμούς θα ήταν εξαιρετικά βοηθητικές στα πρώτα βήματα νέων συναδέλφων, που συχνά χρειάζεται να κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να καταφέρουν να σπουδάσουν. Δυστυχώς, στην Ελλάδα τέτοιες πρακτικές σπανίζουν ή απουσιάζουν ολοκληρωτικά. Από όσο γνωρίζω, το Ινστιτούτο Σχεσιακής και Ομαδικής Ψυχοθεραπείας (ΙΣΟΨ), όπου κι εγώ εκπαιδεύομαι, είναι το μοναδικό ινστιτούτο στην Ελλάδα που αμείβει τους ειδικευόμενους.

Τι θα συμβουλεύατε κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο επάγγελμα;

Να μπει σε προσωπική θεραπεία και να την βιώσει σαν θεμέλιο, σαν επένδυση στον εαυτό του, στη ζωή του και στο επάγγελμα του, όχι μόνο σαν υποχρέωση. Κι ακόμη κι αν δεν μπορεί στο σήμερα να βιώσει τη θεραπεία έτσι, είναι και πάλι σημαντικό να ξεκινήσει. Κυρία Κάντα χωρίς να υποτιμώ τους ώμους γιγάντων που βασιζόμαστε ώστε να αποκτήσουμε θεωρητική γνώση στο επάγγελμα μας, θεωρώ πως επαγγελματικά έχω αποκομίσει πάρα πολλά από την προσωπική μου ατομική και ομαδική θεραπεία.

Να διαλέξει το πτυχίο που θα γίνει το θεμέλιο για την μετέπειτα καριέρα του, όπως της Ψυχιατρικής, της Ψυχολογίας, της Κοινωνικής Εργασίας. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχουν παρακάμψεις αν θέλει κανείς να είναι ουσιαστικός επαγγελματίας.

Να διαλέξει την προσέγγιση εκείνη που υπαρξιακά ευθυγραμμίζεται με τις αξίες του, την φιλοσοφία του, το πως βλέπει τον κόσμο. Δεν υπάρχει σωστή ή λάθος προσέγγιση, ίσως το πιο σημαντικό είναι να μας ταιριάζει αντί να την φοράμε. Μα περισσότερο κι από αυτά, να είναι πρώτα απ’ όλα άνθρωπος.

Ποια χαρακτηριστικά πιστεύετε πως είναι απαραίτητα για να ασκήσει κάποιος το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή;

Για εμένα το μεγαλύτερο προσόν που μπορεί να διαθέτει κανείς τόσο ως θεραπευτής αλλά και ως άνθρωπος είναι η κριτική σκέψη και η καλλιέργεια αυτής. Η ικανότητα του ατόμου να μπορεί να αναστοχάζεται, να αντέχει την αβεβαιότητα, το λάθος, την σύγχυση, την ευθύνη. Κάποτε ο Φρόυντ και οι ακόλουθοι της τότε εποχής πίστευαν σε αυτό που ονομάζουμε αναλυτική ουδετερότητα, δηλαδή το ότι καλός ψυχαναλυτής  είναι εκείνος που δεν δείχνει, δεν συμμετέχει, καθοδηγεί, γνωρίζει, δεν επηρεάζεται. Το απρόσωπο αυτό πρότυπο του αναλυτή- θεραπευτή έχει αλλάξει αρκετά στο σήμερα ακόμη και για πολλούς σύγχρονους κλασσικούς ψυχαναλυτές. Η θεραπευτική σχέση άλλωστε αποτελεί κοινό παράγοντα και δείκτη πρόγνωσης της θεραπείας ανεξαρτήτως θεραπευτικής προσέγγισης, από την Γνωσιακή Συμπεριφορική μέχρι την Ψυχαναλυτική, την Σχεσιακή, την Προσωπoκεντρική, την Gestalt.

Θα αποτρέπατε κάποιον ποτέ να ασχοληθεί με αυτό το επάγγελμα;

Εάν μπορώ να φανταστώ κάποιο σενάριο που θα απέτρεπα κάποιον προσωρινά, αυτό θα ήταν εάν υπάρχει υποψία πως το άτομο αυτό θα φερόταν αντιδεοντολογικά.


Discover more from BNewsNow

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Απάντηση

Discover more from BNewsNow

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading